Βυζαντινά μνημεία Διδυμοτείχου

Ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία του Διδυμοτείχου το οποίο αποτελεί πόλο έλξης για τους τουρίστες της σημερινής εποχής είναι η Πλωτινούπολη.Όπως φανερώνει και το όνομα της πρόκειται για μία πόλη και μάλιστα ρωμαϊκή. Ιδρύθηκε από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τραϊανό, ο οποίος έδωσε το όνομα της γυναίκας του Πλωτίνης. Στις μέρες μας δεν διασώζεται ολόκληρη η πόλη αλλά παρά μόνο ένα λόφος ο οποίος βρίσκεται στην ΝΑ πλευρά του Διδυμοτείχου. Πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο διαπιστώθηκε ότι ο λόφος αυτός με τη στρατηγική θέση παρουσιάζει αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Το 1965, κατά την κατασκευή χαρακώματος από στρατιώτες, βρέθηκε η χρυσή σφυρήλατη προτομή του Ρωμαίου αυτοκράτορα Σεπτίμιου Σεβήρου (193-211 μΧ). Συστηματική ανασκαφική έρευνα πραγματοποιήθηκε στην Αγία Πέτρα.

Η έρευνα αυτή πραγματοποιείται στο μέσον περίπου της ανατολικής ομαλής πλαγιάς του λόφου, απέναντι ακριβώς από τον ποταμό Έβρο, στην περιοχή όπου στα μέσα της δεκαετίας του '80 ανασκάφηκε κτήριο με ψηφιδωτά δάπεδα. Ανασκάφηκαν λείψανα κτηρίων, τα οποία μαζί με το κτήριο με τα ψηφιδωτά φαίνεται να ανήκουν σε ένα μεγάλο κτηριακό συγκρότημα. Ο χώρος βρισκόταν σε χρήση από τον 2ο μέχρι το τέλος του 6ου αι. μΧ. Επίσης αποκαλύφθηκε δάπεδο κτηρίου ρωμαϊκών χρόνων και αγωγός. Βόρεια του κτηρίου αποκαλύφθηκε υπόκαυστο, γεγονός που επιβεβαιώνει την αρχική υπόθεση ότι πρόκειται για λουτρό. Το πιο εντυπωσιακό, όμως, εύρημα είναι ένα πηγάδι κατασκευασμένο με λαξευτούς γωνιόλιθους σύμφωνα με το ισοδομικό σύστημα. Το παραπάνω συγκρότημα (το πηγάδι και ο θάλαμος) έχει σχέση με την υδροδότηση της πόλης και θα πρέπει να είναι σύγχρονο με την ίδρυσή της (2ος αι. μΧ.). Τέλος εντοπίστηκε αδιατάρακτο προϊστορικό στρώμα. Αποκαλύφθηκαν 35 πασσαλότρυπρες από πασσαλόπηκτο κτήριο. Το στρώμα αυτό χρονολογείται στη νεότερη νεολιθική περίοδο. Τα κινητά ευρήματα της ανασκαφής χρονολογούνται από τον 4ο μέχρι τον 6ο αι. μΧ.

Το Βυζαντινό Κάστρο του Καλέ αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα και πιο σημαντικά κάστρα ολόκληρης της βαλκανικής χερσονήσου. Τα τείχη που σώζονται έχουν μήκος 1 χ.λ.μ και το ύψος τους φτάνει τα 12 μέτρα. Σε πολλούς από αυτούς τους πύργους παρατηρούμε μονογράμματα βυζαντινών προσωπικοτήτων ή διακοσμητικά όπως αυτό του Κομνηνού. Υπάρχουν μικροί ναοί και αυτοκρατορικά παρεκκλήσια, σε ένα από τα οποία αποκαλύφθηκαν πρόσφατα τμήματα τοιχογραφιών με μοναδικές παραστάσεις. Τα τείχη του Διδυμοτείχου ανακατασκευάσθηκαν την περίοδο που βασίλευε ο Ιουστινιανός.Τα ίδια τείχη ενισχύθηκαν αργότερα και επί Κωνσταντίνου Ε' το 751. Το περίφημο Βυζαντινό Κάστρο του Καλέ, που συντηρήθηκε ανεπαρκώς από τους Οθωμανούς κατακτητές, υπέστη μεγάλες καταστροφές από επιδρομείς κατά τα βυζαντινά κα μεταβυζαντινά χρόνια, αλλά και από τους Ρώσους, που κατέλαβαν το Διδυμότειχο στους δύο ρωσοτουρκικούς πολέμους το 1829 και το 1878. Το κάστρο των Διδύμων Τειχών, συνοδεύεται με θρύλους, όπως αυτός με τις Σαράντα Κάμαρες, που βρίσκονται μέσα στον βράχο πάνω στον οποίο είναι κτισμένο το κάστρο. Στην πραγματικότητα, το κάστρο διαθέτει δεκάδες λαξευτών σπηλαίων, που χρησιμοποιούνταν ως αποθήκες ή δεξαμενές νερού ή καταφύγια. Στις υπώρειες του λόφου του Καλέ, όπου βρίσκεται το βυζαντινό κάστρο του Διδυμοτείχου, κάτω ακριβώς από τον πύργο της βασιλοπούλας, καταλήγει στην κορφή στρογγυλού πύργου, με το μονόγραμμα του Χριστού. Ένας τοπικός θρύλος θέλει από τον γωνιακό νοτιοανατολικό πύργο με το άσπρο άλογό της να αυτοκτονεί η κόρη του βασιλιά, όταν οι εχθροί κατέλαβαν το κάστρο. Η πλειονότητα των σπηλαίων θυμίζει χώρους αποθηκευτικής χρήσης, οι οποίοι λόγω της εσωτερικής τους διαμόρφωσης παραπέμπουν στη χριστιανική λατρεία. Κατά τον 14ο αιώνα υπήρχαν στην περιοχή του κάστρου μοναστήρια όπως η μονή του Σωτήρος Παντοκράτορος η οποία βρίσκεται μέσα στο κάστρο και υπήρξε και χώρος μοναχισμού του οποίου η παρουσία ήταν έντονη .Επίσης, υπάρχει ο Μητροπολιτικός Ναός του Αγίου Αθανασίου, κτίσμα του 1843, στη θέση βυζαντινής εκκλησίας, που τα ίχνη της διατηρούνται στη βορινή πλευρά του. Μέσα στα τείχη λίγο ψηλότερα είναι κτισμένη ακόμη η αρμένικη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην οποία στις 26 Οκτωβρίου του 1341 στέφτηκε αυτοκράτορας των Ρωμαίων ο Ιωάννης ΣΤ΄ ο Καντακουζηνός. Τα τείχη του Διδυμοτείχου περιβάλλουν τον υψηλότερο από τους δύο λόφους της πόλης και περιέχουν πύργους διαφόρων σχημάτων. Στη σημερινή εποχή στο χώρο του κάστρου διασώζονται κυρίως τμήματα της βυζαντινής πολιτείας πολλά από τα τείχη αλλά και μερικά υπόγεια σπιτιών.

Το κάστρο του Πυθίου είναι χτισμένο σε χαμηλό λόφο στα δυτικά όρια της παραποτάμιας περιοχής του Έβρου και απέχει 15 χλμ. από το Διδυμότειχο και την Αδριανούπολη . Ιδρύθηκε ανάμεσα στο 1330 και 1340 από τον Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνό και αποτέλεσε στρατιωτικό φρούριο και προσωπικό καταφύγιό του κατά την περίοδο των εμφυλίων πολέμων του 14ου αιώνα. Μετά την κατάληψη του κάστρου από τους Οθωμανούς, γύρω του αναπτύχθηκε ένας νέος οικισμός με το όνομα Καλελί Μπουργκάζ, όπου στα χρόνια της επανάστασης ετάφη ο απαγχονισμένος πατριάρχης Κύριλλος ΣΤ'.Η οχύρωση του φρουρίου περιλάμβανε έναν ευρύ εξωτερικό περίβολο, τμήματα του οποίου διατηρούνται ανάμεσα στα σύγχρονα σπίτια, και έναν μικρότερο εσωτερικό. Και οι δύο περίβολοι ενισχύονταν εξωτερικά με πύργους, ενώ στο σημείο ένωσής τους υψώνονταν δύο άνισοι, μεγάλοι, τετράγωνοι πύργοι, οι οποίοι πλαισίωναν την είσοδο προς το εσωτερικό του κάστρου.

Ο μεγαλύτερος πύργος είναι σήμερα τριώροφος και σώζεται σε ύψος 17 μ. από το έδαφος. Οι όροφοι καλύπτονται με τέσσερις ημισφαιρικούς θόλους και επικοινωνούν μεταξύ τους με τη βοήθεια μιας κλίμακας ενσωματωμένης στο πάχος του ανατολικού τοίχου. Στη νότια πλευρά του τελευταίου ορόφου υπήρχε έξοδος που οδηγούσε στον περίδρομο του διάμεσου τείχους. Από τα σωζόμενα στοιχεία προκύπτει ότι αρχικά θα υπήρχαν άλλοι δύο όροφοι, εκ των οποίων ο πρώτος ήταν διευρυμένος και διέθετε καταχύστρες που εξυπηρετούσαν την άμυνα. Πιθανότατα ο πύργος αυτός, και ιδιαίτερα ο τρίτος όροφος, όπου υπήρχε τζάκι και ένα ερμάριο, λειτουργούσε ως κατοικία του ιδιοκτήτη του κάστρου.

Ο μικρότερος πύργος είναι σχεδόν τετράγωνος και σώζεται σε ύψος 20 μ. Αποτελείται από τέσσερις ανεξάρτητους, μονόχωρους ορόφους, στεγασμένους με σφαιρικούς θόλους, ενώ πιθανότατα υπήρχε και πέμπτος όροφος, που όμως δεν έχει σωθεί σήμερα. Το ισόγειο είναι τυφλό, χωρίς παράθυρα, και ίσως προοριζόταν για φυλακή. Μια οπή στο δάπεδο του δευτέρου ορόφου επέτρεπε την κάθοδο προς το ισόγειο, με τη βοήθεια ξύλινης, πιθανόν φορητής σκάλας. Οι άλλοι όροφοι δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους και ο καθένας τους είχε ανεξάρτητη πρόσβαση. Ο πύργος αυτός είχε αποκλειστικά στρατιωτικό προορισμό.

Το Πύθιο συνδυάζει τα χαρακτηριστικά δυτικών φρουρίων, που αποτελούσαν έδρες-κατοικίες μεγάλων φεουδαρχών με αυτά των κάστρων αμυντικού χαρακτήρα που στόχευαν στον έλεγχο και την προστασία της περιοχής τους. Αποτελεί πρωτοπόρο έργο της βυζαντινής οχυρωματικής αρχιτεκτονικής και συνεχίζει να εντυπωσιάζει τους επισκέπτες του, παρόλο που δεν διασώζει παρά μόνο ένα τμήμα της αρχικής του έκτασης.

Οι Οθωμανοί κατέλαβαν την πόλη το 1361 και το Διδυμότειχο έγινε η πρώτη πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ευρωπαϊκή ήπειρο. Στην πόλη ο σουλτάνος Μουράτ Α' έκτισε τα ανάκτορα, ενώ στον Πύργο Ταραπχανέ, στο Κάστρο βρισκόταν ο αυτοκρατορικός θησαυρός.

Στην πόλη υπήρχαν πολλά τεμένη και ιεροσπουδαστήρια τα περισσότερα από τα οποία κατεδαφίστηκαν τον 20ο αιώνα. Στην πόλη υπήρχε επίδραση των ετερόδοξων μουσουλμανικών κινημάτων και ιδιαίτερα των μπεκτασίδων όπου βρισκόντουσαν στην Θράκη και σε αυτό οφείλεται η ίδρυση των πολλών τεμένων (ως αντίδραση του ορθόδοξου σουνιτισμού). Το Τέμενος του Νασούχ Βέη ή Ιμαρέτ Τζαμισί βρισκόταν στην νότια πλευρά του παλαιού Διοικητηρίου και μαζί με τον μεντρεσέ σωζόταν μέχρι το 1912. Το μεστζίτ Κουρτ Μπέη, Ανκά-Ελ-Βασή και Χαράτς είναι τεμένη τα οποία μνημονεύονται από τον Οθωμανό περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή αλλά είναι άγνωστο με ποια τεμένη του 20ου αιώνα ταυτίζονταν. Το μεστζίτ Καραγκιόζ Μπέη βρισκόταν ψηλά στις πύλες της αγοράς ενώ το Καπουτζή μεζτζίτ πιθανολογείται ότι ταυτιζόταν με το τζαμί Κιοπρού (τζαμί της γέφυρας). Το Τατάρ Τζαμί βρισκόταν στην ομώνυμη συνοικία κοντά στο τεκέ του Τατάρ μπαμπά και σωζόταν σε καλή κατάσταση μέχρι το μεσοπόλεμο. Το Ζιντζιρλή μεσζίτ βρισκόταν κοντά στο παλιό ηρώο. Το Αμπντάλ Τζιντί ή Απτάλ Τζουνειτ πιθανότατα ταυτίζεται με το Μπουντούρ Τζαμί το οποίο καταστράφηκε στην διάρκεια των βαλκανικών πολέμων και ίχνη του σήμερα σώζονται νοτιοανατολικά τους πύργου της Βασιλοπούλας.Το μεστζίτ του Ορούτς βρίσκόταν μεταξύ παλαιάς λαχαναγοράς κοντά στο αρχαίο ναό του Αγίου Νικολάου και σωζόταν μέχρι το μεσοπόλεμο ως χριστιανικό κατάστημα. Το Παζάρ-μπεϊλή ή Αλατζά (Κόκκινο) τζαμί, γνωστό και ως Σαντριβάν ή Τσαρσί Τζαμί (Τέμενος της Αγοράς) βρίσκεται νοτιοανατολικά του Τεμένους Μεχμέτ Α' το οποίο από το 1936-7 μέχρι σήμερα αποτελεί το μοναδικό σε λειτουργία τζαμί του Διδυμοτείχου.

Η ανέγερση του Τέμενους Βαγιαζήτ (Μεχμέτ Α') έγινε κατά παραγγελία του σουλτάνου Μεχμέτ, γιου του Βαγιαζήτ το 1367 και εγκαινιάστηκε το Μάρτιο του 1420. Την οικοδόμηση την ανέλαβε ο Καδής του Διδυμοτείχου Σεγίντ Αλί και το μνημείο το έκτισε ο Ντογάν Μπιν Αμπντουλάχ με μηχανικό τον Ιβάζ Μπιν Βαγιαζίτ. Οι τοίχοι του μνημείου έχουν πάχος περίπου 2,50μ και η κύρια είσοδος είναι στην νότια πλευρά. Στην νοτιοανατολική πλευρά βρίσκεται ο επιβλητικός μιναρές ο οποίος αρχικά είχε ένα εξώστη. Το 1913 οι Τούρκοι πρόσθεσαν δεύτερο εξώστη, ψηλότερα από τον πρώτο ξανακτίζοντας το πάνω μέρος του μιναρέ, το οποίο είχε καταρρεύσει.

Το τέμενος Βαγιαζήτ θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα ισλαμικά μνημεία στην Ευρώπη και το μεγαλύτερο σε έκταση (σχεδόν χιλίων τετραγωνικών μέτρων) στο χώρο των Βαλκανίων. Το Τέμενος βρίσκεται στην κεντρική πλατεία του Διδυμότειχου και είναι κηρυγμένο ως διατηρητέο από το 1946. Η αρχική στέγη του μνημείου (14ου αιώνα) είναι κατασκευασμένη από ξύλο βελανιδιάς και διατηρείται μέχρι σήμερα. Η στέγη του θεωρείται "Από τα σημαντικότερα μνημεία από ξύλο στον κόσμο" και έχει σχήμα πυραμιδοειδές. Το μνημείο έχει επίσης μοναδική αξία λόγω της τοιχογραφίας με την ουράνια πόλη (στο Ισλάμ δεν επιτρέπονται γραφικές αναπαραστάσεις).

Το μνημείο βρίσκεται υπό κατάρρευση αλλά από το 1969 έχουν ξεκινήσει ορισμένα σωστικά μέτρα. Το 1970 μετά από έντονα καιρικά φαινόμενα κατέρρευσε μέρος του επιβλητικού κυλινδρικού μιναρέ (ύψους 22 μέτρων). Το Υπουργείο Πολιτισμού το 1998-9 κάλυψε την οροφή με πλαστική μεμβράνη ώστε να προστατευτεί το μνημείο από τις βροχές. Το 2008 κατάρρευσε μέρος του μιναρέ και έσχισε την προστατευτική πλαστική μεμβράνη της οροφής. Το Τέμενος αυτήν την στιγμή είναι ερειπωμένο (ρηγματώσεις, αποκλίσεις, ανάπτυξη μούχλας λόγω γήρανσης υλικών, σεισμών και την επίδραση του περιβάλλοντος), αλλά συντηρείται - ανακαινίζεται από σχετικές δράσεις του Υπουργείου Πολιτισμού. Η αναστήλωση χρηματοδοτείται από τα Ευρωπαϊκά Κονδύλια του ΕΣΠΑ.

Λουτρά

Σύμφωνα με τον Οθωμανό περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή στην πόλη υπήρχαν επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας τρία δημόσια και εβδομήντα ιδιωτικά λουτρά. Σήμερα σώζονται όλα τα δημόσια λουτρά τα οποία έχουν χαρακτηριστεί δείγματα εξαιρετικής οθωμανικής αρχιτεκτονικής.

Τα Χαμάμ του Ούρτς Πασά ή γνωστά ως τα Λουτρά των Ψιθύρων ή ως τα Λουτρά του Έρωτα χρονολογούνται από το 1398 και είναι τα αρχαιότερα σωζόμενα Οθωμανικά λουτρά στην Ευρώπη. Για την ανάδειξη του μνημείου αυτού όπως και ενός λουτρού στο Σβίλεγκραντ της Βουλγαρίας υπογράφηκε συμφωνία στις 14 Μαρτίου 2011 μεταξύ Ελλάδος Βουλγαρίας και Ευρωπαϊκής ένωσης. Τα Λουτρά βρίσκονται στις όχθες του Ερυθροπόταμου ποταμού.

Λίγο βορειότερα του Τεμένους Μεχμέτ Α' στην κεντρική πλατεία του Διδυμότειχου υπάρχει το χαμάμ Φεριντούν Αχμέντ Μπεγκ το οποίο χρονολογείται από το 1571/2 . Το χαμάμ είχε δύο τμήματα, ένα για άνδρες και ένα για γυναίκες με ξεχωριστή είσοδο. Η είσοδος στο λουτρό των ανδρών γινότανε από την πλατεία και είχε μια μνημειακή είσοδο. Τα λουτρά σταμάτησαν να λειτουργούν στις αρχές του 20ου αιώνα.

Σε πολύ αποσπασματική μορφή σώζονται δίπλα στην παλαιά οδική γέφυρα δύο χώροι των Λουτρών της Γέφυρας τα οποία δεν χρησιμοποιούνταν πριν τις αρχές του 20ου αιώνα. Ο ανατολικός χώρος ήταν θολοσκεπής , όπως φαίνεται από τη γένεση του θόλου, ενώ ο δεύτερος ,επιμήκης χώρος ήταν καμαροσκέπαστος. Στη γένεση του ημισφαιρικού θόλου μπορεί ο επισκέπτης να δει τα τριγωνικά διακοσμητικά στοιχεία, αποδείξεις της πρωιμότητας της κατασκευής.

Πυροστιά

Η Πυροστιά είναι το Μαυσωλείο του Ορούτς Πασά (τουρμπές), ο τάφος του Ορούτς Πασά και βρίσκεται πίσω από το σημερινό δημαρχείο του Διδυμοτείχου. Ο Ορούτς Πασάς ήταν στρατηγός του Οθωμανικού στρατού και είναι ο ιδρυτής των ομώνυμων Λουτρών των Ψιθύρων. Η ταύτιση του μαυσωλείου με τον Ορούτς Πασά έγινε με το Σελχάνε, την επετηρίδα της αυτοκρατορικής διοίκησης της Αδριανούπολης του έτους 1892/93.

Το μνημείο χρονολογείται από το 15ο αιώνα. Είναι ανοικτού τύπου και αποτελείται από ένα βάθρο με καμαροσκέπαστο θάλαμο όπου στο παρελθόν είχε πλινθόκτιστο θόλο ο οποίος έχει καταπέσει. Το 1989 βρέθηκε σε κρύπτη σκελετός άνδρα χωρισμένος στα δύο. Η ταφή με τέτοιο τρόπο ώστε να μην αντικρίζει το σώμα ο ήλιος υπόδειξε ότι πρόκειται για μουσουλμανική ταφή.

Στα βορειοδυτικά του μεγάλου Τεμένους σώζονται σε χαμηλό ύψος τα ερείπια ενός κτίσματος της πρώιμης τουρκοκρατίας. Διακρίνονται δύο χώροι που επικοινωνούν μεταξύ τους. Οι τοίχοι είναι καλοκτισμένοι με κατεργασμένες πέτρες, ισχυρό κονίαμα, διπλές ξυλοδεσιές .Η διεξαχθείσα ανασκαφή είχε δώσει πρώιμη κεραμική με εγχάρακτη διακόσμηση .Εάν συσχετίσουμε τη θέση του ερειπίου με την τοπογραφία της πλατείας οδηγούμαστε στην υπόθεση ότι έχουμε να κάνουμε με τμήμα ενός από τα πρώιμα οθωμανικά κτήρια του αστικού κέντρου της πόλης που θα μπορούσε να είναι το ιεροδιδασκαλείο (μεντρεσέ) του σουλτάνου Βαγιαζήτ.

Σε ότι αφορά τα λοιπά κτίσματα της πλατείας μπορούμε να εικάσουμε τη θέση των δυο κερβάν σεράι . Και τα δύο βρίσκονταν στην άμεση γειτονιά του Μεγάλου Τεμένους .

Το Διδυμότειχο ξεχώριζε και για τις πολλές και κομψές κρήνες .Από αυτές σώζεται μια στην οδό Αφροδισιάδος ,σίγουρα όχι στην αρχική της θέση .Για άλλες ,όπως η "Πασά Τσεσμεσή" ή "Κουρού τσεσμέ" (ξηρή κρήνη) που συχνά βρισκόταν δίπλα σε χριστιανικά αγιάσματα ,όπως της Αγίας Φωτεινής έχουμε πλέον μόνο πληροφορίες από πληροφοριακές διηγήσεις.